πολλαπλασιάζω

Μεταφράσεις

πολλαπλασιάζω

násobit, znásobovatmultiplymultiplicarmultipliermegsokszorozódikيَتَكَاثَرُmultipliceremultiplizierenmoninkertaistuamnožitimoltiplicare増す증대시키다vermenigvuldigenmultipliserepomnożyćmultiplicarумножатьmultipliceraคูณçarpmaknhân增加 (polaplasi'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αυξάνω σημαντικά πολλαπλασιάζω τις προσπάθειές μου
2. μαθηματικά κάνω πολλαπλασιασμό πολλαπλασιάζω το δύο με το τρία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close