πολυάσχολος

(προωθήθηκε από πολυάσχολη)
Μεταφράσεις

πολυάσχολος

(poli'asxolos) αρσενικό

πολυάσχολη

(poli'asxoli) θηλυκό

πολυάσχολο

hectic (poli'asxolo) ουδέτερο
επίθετο
που είναι πολύ απασχολημένος, πολύ δραστήριος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close