πολυθρόνα

Μεταφράσεις

πολυθρόνα

armchair, easy chairfauteuilpoltronaكُرْسِيٌّ مُرِيح, كُرْسِيٌّ مُزَوَّدٌ بِذِراعَيْـنkřeslo, lenoškalænestol, lånestolSesselbutaca, poltrona, sillónnojatuolinaslonjač安楽椅子, 肘掛け椅子안락 의자leunstoellenestolfotelespreguiçadeira, poltronaкресло, мягкое креслоfåtölj, länstolเก้าอี้นั่งเล่น, เก้าอี้มีที่วางแขนkoltukghế bành安乐椅, 扶手椅子 (poli'θrona)
ουσιαστικό θηλυκό
βαθύ κάθισμα με πλάτη και στηρίγματα για τα χέρια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close