πολύζυγο

Μεταφράσεις

πολύζυγο

(po'liziɣo)
ουσιαστικό ουδέτερο αθλητισμός
όργανο ενόργανης γυμναστικής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close