πολύπλευρος

(προωθήθηκε από πολύπλευρο)
Μεταφράσεις

πολύπλευρος

(po'liplevros) αρσενικό

πολύπλευρη

(po'liplevri) θηλυκό

πολύπλευρο

vielseitig, wandlungsfähigversatileمُتَعَدِّدُ الـجَوَانِبmnohostrannýalsidigversátilmonipuolinenpolyvalentsvestranversatile多方面の다재다능한veelzijdigallsidigwszechstronnyversátilуниверсальныйmångsidigซึ่งมีประโยชน์หลายอย่างçok yönlüđa tài多才多艺的 (po'liplevro) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει πολλές πλευρές πολύπλευρο σχήμα
2. μεταφορικά που έχει πολλές όψεις πολύπλευρο θέμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close