πολύχρονος

(προωθήθηκε από πολύχρονο)
Μεταφράσεις

πολύχρονος

(po'lixronos) αρσενικό

πολύχρονη

(po'lixroni) θηλυκό

πολύχρονο

(po'lixrono) ουδέτερο
επίθετο
που διαρκεί πολλά χρόνια πολύχρονη προσπάθεια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close