πολύωρος

(προωθήθηκε από πολύωρο)
Μεταφράσεις

πολύωρος

(po'lioros) αρσενικό

πολύωρη

(po'liori) θηλυκό

πολύωρο

(po'lioro) ουδέτερο
επίθετο
που κρατάει πολλές ώρες πολύωρη συζήτηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close