πονηρός

(προωθήθηκε από πονηρή)
Μεταφράσεις

πονηρός

(poni'ros) αρσενικό

πονηρή

(poni'ri) θηλυκό

πονηρό

rusé, malinsly, artful, cunning, sneaky, trickyكَتُومmazanýsnediglistigmalicioso, taimado, Slyviekasprepredenscaltroずるい교활한sluwsluprzebiegłydissimulado, Slyхитрыйslugซึ่งมีเล่ห์เหลี่ยม อย่างฉลาดแกมโกงkurnazranh mãnh狡猾的, 狡猾狡猾 (poni'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. που χαρακτηρίζεται από πονηριά πονηρή γυναίκα
2. έξυπνος πονηρό τέχνασμα
3. σκανταλιάρικος πονηρό χαμόγελο
4. σχετικός με ερωτισμό πονηρές ιστορίες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close