πορεία

Μεταφράσεις

πορεία

course, march, heading, routeדרך (po'ria)
ουσιαστικό θηλυκό
1. κάλυψη απόστασης με τα πόδια δύσκολη πορεία ειρηνική πορεία
2. κατεύθυνση, φορά αλλάζω πορεία
3. μεταφορικά διαδικασία, εξέλιξη ακολουθώ κοινή πορεία Στην πορεία παρουσιάστηκαν προβλήματα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close