πράγμα

Μεταφράσεις

πρά (γ) μα

thing, itemchose, machinشَئْvěctingDingcosaesinestvarcosa물건dingtingrzeczcoisaвещьsakสิ่งของşeyđồ vật东西 ('praɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. αντικείμενο Βάλε αυτό το πράγμα στη θέση του.
2. πράξη Κακό πράγμα η ανυπακοή. Τόλμησες να κάνεις τέτοιο πράγμα;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close