πράξη

Μεταφράσεις

πράξη

act, action, operation, sumacte, actionفِعْلčinhandlingAktactotekočinatto行為행동handelinggjerningczynatoдействиеhandlingการกระทำharekethành động动作 ('praksi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η εφαρμογή θεωρία και πράξη
2. ενέργεια κακιά πράξη Οι πράξεις του δικαιολογούνται.
3. νομικά επίσημη απόφαση νομοθετική πράξη
4. καταγραφή σε λίστα βιβλίου ληξιαρχική πράξη γέννησης
5. θέατρο μέρος πρώτη πράξη
6. μαθηματικά διαδικασία παραγωγής αποτελέσματος από αριθμούς αριθμητική πράξη
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close