πρήζω

Μεταφράσεις

πρήζω

swell ('prizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα) οικείο
μεταφορικά ταλαιπωρώ κπ Μ' έπρηξε με τη φλυαρία του.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close