πρασινίζω

Μεταφράσεις

πρασινίζω

(prasi'nizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
(για φυτά) γίνομαι πράσινος
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close