πρεσβύωπας

Μεταφράσεις

πρεσβύωπας

(pre'zviopas)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
που πάσχει από πρεσβυωπία
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close