πριγκιπικός

(προωθήθηκε από πριγκιπική)
Μεταφράσεις

πριγκιπικός

(prinɟipi'kos) αρσενικό

πριγκιπική

(prinɟipi'ci) θηλυκό

πριγκιπικό

princelyprincier (prinɟipi'ko) ουδέτερο
επίθετο
πολυτελής, πλούσιος πριγκιπικά ρούχα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close