προάγω

(προωθήθηκε από προήγαγα)
Μεταφράσεις

προάγω

promoteيُرَوِجّprosaditfremmefördernascender, promocionaredesauttaapromouvoirpromoviratipromuovere促進する촉진하다promotenfremmepromowaćpromoverпродвигатьfrämjaส่งเสริมtanıtımını yapmakxúc tiến促进 (pro'aɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. προβιβάζω Την προήγαγαν σε διευθύντρια.
2. ενισχύω, προβάλλω προάγω τις ιδέες μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close