προέρχομαι

(προωθήθηκε από προήλθα)
Μεταφράσεις

προέρχομαι

derive, descend, germinate, originate, come fromيَأْتِي مِنْpocházetkomme frakommen ausprovenirtulla jostakinvenir dedolazitiprovenire・・・の出身である...출신이다vandaan komenkomme frapochodzić zvir deбыть родом изkomma frånมาจากgelmekđến từ来自 (pro'erxome)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κατάγομαι Προέρχομαι από φτωχή οικογένεια.
2. έρχομαι από, ξεκινάω H πληροφορία προέρχεται από σίγουρη πηγή.
3. έχω σαν αιτία Ο θάνατος προήλθε από πνευμονία.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close