προίκα

Μεταφράσεις

προίκα

doteMitgiftmedgiftposag嫁妝dotנדוניהالمهر嫁妆doteHemgiftdowryприданое持参金dote ('prika)
ουσιαστικό θηλυκό
απαρχαιωμένος η περιουσία της νύφης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close