προαιρετικός

(προωθήθηκε από προαιρετικό)
Μεταφράσεις

προαιρετικός

(proereti'kos) αρσενικό

προαιρετική

(proereti'ci) θηλυκό

προαιρετικό

optionalfacultatif, optionnelاِخْتِيَارِيٌّvolitelnývalgfrifreiwilligopcionalvalinnainenneobavezanfacoltativo自由選択の자유선택의optioneelvalgfriopcjonalnyopcionalнеобязательныйvalfriซึ่งเป็นทางเลือกisteğe bağlıtùy chọn可选择的, 可选По избор可選אופציונלי (proereti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι υποχρεωτικός προαιρετική συμμετοχή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close