προβάλλω

Μεταφράσεις

προβάλλω

(pro'valo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αναδεικνύω, προωθώ προβάλλω τη δουλειά μου προβάλλω τα προσόντα ενός προϊόντος
2. εκφράζω, παρουσιάζω προβάλλω το επιχείρημα ότι προβάλλω αντιρρήσειςαξιώσεις
3. κάνω προβολή προβάλλω ταινία

προβάλλω

project, stick out
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
εμφανίζομαι Πρόβαλε μέσα στο σκοτάδι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close