προβλέπω

Μεταφράσεις

προβλέπω

forecast, foresee, provide, envisage, foretell, predict, prescribeprévoir, prédireيَتَنَبَّأُpředvídatforudsevorhersehenprever, predecirennakoidapredvidjetiprevedere予見する예견하다voorzienforutseprzewidziećpreverпредвидетьförutsägaรู้ล่วงหน้าöngörmekthấy trước预见 (pro'vlepo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. υπολογίζω από πριν Τα έχω προβλέψει όλα.
2. κάνω πρόγνωση Προβλέπουν κακοκαιρία.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close