προβληματικός

(προωθήθηκε από προβληματικό)
Μεταφράσεις

προβληματικός

(provlimati'kos) αρσενικό

προβληματική

(provlimati'ci) θηλυκό

προβληματικό

problematicproblemaproblématiqueпроблематичноproblematischבעייתיproblematiskproblemáticaproblematiskaإشكاليةproblematischпроблематичниproblematické (provlimati'ko) ουδέτερο
επίθετο
που δημιουργεί πρόβλημα Η επικοινωνία είναι προβληματική.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close