προγενέστερος

(προωθήθηκε από προγενέστερη)
Μεταφράσεις

προγενέστερος

(proʝe'nesteros) αρσενικό

προγενέστερη

(proʝe'nesteri) θηλυκό

προγενέστερο

سَابَقpředchozítidligerevorhergehendpreviousprevio, anterioresedellinenprécédentprethodniprecedente以前の이전의vorigforrigepoprzednianteriorпредыдущийföregåendeครั้งก่อนöncekitrước早先的 (proʝe'nestero) ουδέτερο
επίθετο
προηγούμενης εποχής προγενέστερη εκδοχή
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close