προεκτείνω

Μεταφράσεις

προεκτείνω

(proe'ktino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αυξάνω σε μήκος προεκτείνω ένα χώρο
2. μεταφορικά διευρύνω, επεκτείνω προεκτείνω τη δράση μου σε κπ τομέα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close