προεξέχω

Μεταφράσεις

προεξέχω

protrude (proe'ksexo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
βγαίνω προς τα έξω Έχει δόντια που προεξέχουν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close