προεξοφλώ

Μεταφράσεις

προεξοφλώ

(proekso'flo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πληρώνω πριν από το τέλος προθεσμίας προεξοφλώ το χρέος μου
2. μεταφορικά θεωρώ ως βέβαιο προεξοφλώ κπ απόφαση προεξοφλώ τη νίκη της ομάδας μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close