προηγούμαι

Μεταφράσεις

προηγούμαι

precede (proi'ɣume)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. έχω προτεραιότητα Προηγείται ο κύριος.
2. νικάω Προηγείται η ομάδα μας.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close