προηγούμενος

(προωθήθηκε από προηγούμενη)
Μεταφράσεις

προηγούμενος

(proi'ɣumenos) αρσενικό

προηγούμενη

(proi'ɣumeni) θηλυκό

προηγούμενο

previous, precedent, antecedent, precedingسالِفpředchozíforudgåendevorhergehendprecedenteedeltäväprécédentprethodniprecedente前の선행하는voorafgaandforrigepoprzedzającyprecedente, anteriorпредшествующийföregåendeที่มาก่อนöncekitrước在前的предишнаהקודם (proi'ɣumeno) ουδέτερο
επίθετο
περασμένος την προηγούμενη εβδομάδα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close