προκαθορίζω

Μεταφράσεις

προκαθορίζω

predetermine (prokaθo'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
καθορίζω κτ πριν να γίνει Το φύλο προκαθορίζει την επιλογή του επαγγέλματος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close