προκαταρκτικός

Μεταφράσεις

προκαταρκτικός

(prokatarkti'kos) αρσενικό

προκαταρκτική

(prokatarkti'ci) θηλυκό

προκαταρκτικό

preliminarypréliminaire (prokatarkti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που προετοιμάζει το έδαφος για κτ άλλο προκαταρκτικές εργασίεςεξετάσεις Είμαστε πάντα σε προκαταρκτικό στάδιο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close