προκατειλημμένος

Μεταφράσεις

προκατειλημμένος

(prokatili'menos) αρσενικό

προκατειλημμένη

(prokatili'meni) θηλυκό

προκατειλημμένο

biased, prejudiced, preoccupiedpartialمُتَحَامِل, مُتَحَيِّزpředpojatýfordomsfuld, forudindtagetvoreingenommenparcial, predispuesto, tendencioso, tener prejuicios, sesgadoennakkoluuloinen, puolueellinenpristran, pun predrasudaparziale, prevenuto偏った, 偏見をもった편견을 가진bevooroordeeldensidig, forutinntattstronniczy, uprzedzonypreconceituoso, tendenciosoпредвзятыйfördomsfull, jävigซึ่งลำเอียง, มีอคติönyargılı, yanlıcó thành kiến, thiên vị怀偏见的, 有偏见的 (prokatili'meno) ουδέτερο
επίθετο
που δεν έχει αντικειμενική γνώμη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close