προκλητικά

Μεταφράσεις

προκλητικά

(prokliti'ka)
επίρρημα
1. τολμηρά κοιτάζω προκλητικά κπ
2. με τρόπο που μπορεί να προκαλέσει ένταση μιλάω προκλητικά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close