προκομμένος

(προωθήθηκε από προκομμένο)
Μεταφράσεις

προκομμένος

(proko'menos) αρσενικό

προκομμένη

(proko'meni) θηλυκό

προκομμένο

(proko'meno) ουδέτερο
επίθετο
εργατικός και καλός σε ό,τι κάνει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close