προκριματικός

(προωθήθηκε από προκριματική)
Μεταφράσεις

προκριματικός

(prokrimati'kos) αρσενικό

προκριματική

(prokrimati'ci) θηλυκό

προκριματικό

(prokrimati'ko) ουδέτερο
επίθετο
πριν από την τελική κρίση προκριματικός αγώνας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close