προλαμβάνω

Μεταφράσεις

προλαμβάνω

prévenir, empêcher

προλαμβάνω

anticipate, prevent

προλαμβάνω

يـَمْنَع

προλαμβάνω

zabránit

προλαμβάνω

forhindre

προλαμβάνω

verhindern

προλαμβάνω

impedir

προλαμβάνω

estää

προλαμβάνω

spriječiti

προλαμβάνω

impedire

προλαμβάνω

防ぐ

προλαμβάνω

예방하다

προλαμβάνω

voorkomen

προλαμβάνω

hindre

προλαμβάνω

zapobiec

προλαμβάνω

prevenir

προλαμβάνω

предотвращать

προλαμβάνω

förhindra

προλαμβάνω

ป้องกัน

προλαμβάνω

önlemek

προλαμβάνω

ngăn ngừa

προλαμβάνω

预防
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close