προληπτικός

(προωθήθηκε από προληπτικό)
Μεταφράσεις

προληπτικός

(prolipti'kos) αρσενικό

προληπτική

(prolipti'ci) θηλυκό

προληπτικό

superstitious, preventive, precautionarysuperstitieux, préventifخُرَافِيّpověrčivýovertroiskabergläubischsupersticiosotaikauskoinenpraznovjeransuperstizioso迷信的な미신적인bijgelovigovertroiskprzesądnysupersticiosoсуеверныйvidskepligซึ่งเชื่อโชคลางbatıl inançları olanmê tín迷信的, 预防預防 (prolipti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που προβλέπει πιθανό μελλοντικό κίνδυνο προληπτικός έλεγχος
2. που πιστεύει σε προλήψεις Δεν είμαι καθόλου προληπτικός.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close