προλογίζω

Μεταφράσεις

προλογίζω

preface (prolo'ʝizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω γραπτή εισαγωγή προλογίζω ένα βιβλίο
2. παρουσιάζω επόμενο ομιλητή ή έργο O πρόεδρος προλόγισε τον επόμενο ομιλητή.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close