προμήθεια

Μεταφράσεις

προμήθεια

provision, supply (pro'miθia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. εφόδιο πολεμικές προμήθειες
2. αμοιβή ενδιάμεσου προσώπου παίρνω προμήθεια πάνω σε αγορά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close