προμελετημένος

Μεταφράσεις

προμελετημένος

(promeleti'menos) αρσενικό

προμελετημένη

(promeleti'meni) θηλυκό

προμελετημένο

aforethought (promeleti'meno) ουδέτερο
επίθετο
προσχεδιασμένος προμελετημένη πράξη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close