προμηθεύομαι

Μεταφράσεις

προμηθεύομαι

obtain

προμηθεύομαι

يَحْصُلُ عَلَى

προμηθεύομαι

obdržet

προμηθεύομαι

opnå

προμηθεύομαι

erhalten

προμηθεύομαι

obtener

προμηθεύομαι

hankkia

προμηθεύομαι

obtenir

προμηθεύομαι

nabaviti

προμηθεύομαι

ottenere

προμηθεύομαι

手に入れる

προμηθεύομαι

획득하다

προμηθεύομαι

verkrijgen

προμηθεύομαι

oppnå

προμηθεύομαι

uzyskać

προμηθεύομαι

obter

προμηθεύομαι

получать, запасаться

προμηθεύομαι

skaffa

προμηθεύομαι

ได้รับ

προμηθεύομαι

elde etmek

προμηθεύομαι

giành được

προμηθεύομαι

获得
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close