προμηθεύω

Μεταφράσεις

προμηθεύω

provizifurnish, purvey, supplyيُزَوِّدُdodatforsyneliefernsuministrartoimittaafourniropskrbitifornire供給する공급하다leverenforsynedostarczyćfornecerснабжатьtillhandahållaจัดหาtedarik etmekcung cấp供应 (promi'θevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. παρέχω, εφοδιάζω προμηθεύω την αγορά με καύσιμα
2. δίνω προμηθεύω πληροφορίες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close