προνομιούχος

(προωθήθηκε από προνομιούχο)
Μεταφράσεις

προνομιούχος

(pronomi'uxos) αρσενικό

προνομιούχα

(pronomi'uxa) θηλυκό

προνομιούχο

privileged特权privilegeret特權특권特権etuoikeutettu (pronomi'uxo) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει προνόμια Είναι προνομιούχος. προνομιούχες κοινωνικές τάξεις
2. που παρέχει προνόμια έχω προνομιούχα θέση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close