προνοώ

Μεταφράσεις

προνοώ

provide (prono'o)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
προβλέπω, φροντίζω για το μέλλον Ευτυχώς προνόησα κι έβαλα κλιματιστικό. Δεν προνόησα να σε ειδοποιήσω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close