προοδευτισμός

Μεταφράσεις

προοδευτισμός

(prooðefti'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
η τάση για να έχει κν προοδευτικές ιδέες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close