| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.868.376.227 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προοδευτισμός |
0,01 sec. |
|
|
προοδευτισμός
ουσ α προοδευτισμός [prooðefti'zmos] η τάση για να έχει κν προοδευτικές ιδέες progressisme Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|