προοδεύω

Μεταφράσεις

προοδεύω

progresserprogress (proo'ðevo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
πάω μπροστά, καλυτερεύω προοδεύω στις σπουδές μου Η υγεία του προοδεύει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close