προσανατολίζω

Μεταφράσεις

προσανατολίζω

orient, orientate (prosanato'lizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κατευθύνω, καθοδηγώ Με προσανατόλισαν στο εμπόριο.
2. καθορίζω κατεύθυνση Προσανατόλισαν το σπίτι προς το βορρά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close