προσανατολισμός

Μεταφράσεις

προσανατολισμός

(prosanatoli'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. η κατεύθυνση σε σχέση με τα σημεία του ορίζοντα To σπίτι έχει καλόκακό προσανατολισμό.
2. η αίσθηση της σωστής κατεύθυνσης χάνω βρίσκω τον προσανατολισμό μου
3. μεταφορικά η κατεύθυνση σε κπ τομέα επαγγελματικός προσανατολισμός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close