προσαρμοστικός

(προωθήθηκε από προσαρμοστικό)
Μεταφράσεις

προσαρμοστικός

(prosarmosti'kos) αρσενικό

προσαρμοστική

(prosarmosti'ci) θηλυκό

προσαρμοστικό

adaptive (prosarmosti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που προσαρμόζεται εύκολα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close