προσβάλλομαι

Μεταφράσεις

προσβάλλομαι

contract (pro'zvalome)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. θίγομαι Προσβλήθηκε και δε μου μιλάει πια.
2. κολλάω, αρρωσταίνω προσβάλλομαι από ιό
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close