προσβάλλω

Μεταφράσεις

προσβάλλω

ofendioffenser, insulterinsult, offend, slightيَهِيـنُurazitfornærmebeleidigeninsultarloukatauvrijeditioffendere侮辱する모욕하다beledigenfornærmeobrazićinsultarоскорблятьförolämpaดูถูกhakaret etmeklăng mạ侮辱 (pro'zvalo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. θίγω λόγια που προσβάλλουν
2. αμφισβητώ προσβάλλω τα δικαιώματα κάποιου
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close